Μεταπολίτευση: από τη στιγμή στη διάρκεια. Tα χρόνια 1974-1989
Η Μεταπολίτευση βρέθηκε στο επίκεντρο των δημόσιων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων από τις απαρχές της κρίσης. Οι συνθήκες κρίσης, εν προκειμένω της πολύ πρόσφατης και οικείας πια σε όλους μας οικονομικής κρίσης, κάνουν επιτακτική πλέον την ανάγκη να δοθούν ερμηνείες τόσο στο πεδίο του δημόσιου λόγου όσο και του επιστημονικού, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε «τι μας συνέβη», «γιατί» και «πως». Μια συνήθης προσέγγιση και απόπειρα απάντησης των ερωτημάτων διέρχεται –όπως θα ήταν αναμενόμενο άλλωστε– από την προσπάθεια ανασύστασης της πρόσφατης ιστορίας, μια προσπάθεια εντοπισμού της ρίζας του προβλήματος, με σκοπό άλλοτε να επιχειρήσουμε να την κόψουμε και άλλοτε να «τακτοποιήσουμε» τουλάχιστον μέσα μας το πρόβλημα και την πηγή του. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, μια sui generis έκφανση ιστορικισμού αν και είναι λογική και κατανοητή ως πρώτη αντίδραση μιας κοινωνίας που ξαφνικά χάνει κεκτημένα και βεβαιότητες χρόνων και κυρίως την πεποίθηση πως όλα θα εξελίσσονταν προς το καλύτερο, δεν συνιστά πάντοτε την πιο πρόσφορη προσέγγιση του προβλήματος. Κι αυτό διότι συνήθως αγνοεί τη βασική συνθήκη πως «η ρίζα του προβλήματος» δεν είναι «ρίζα» αλλά «ρίζες» που μπλέκονται με το πέρασμα του χρόνου ολοένα και περισσότερο μεταξύ τους.
Η επιστροφή στο παρελθόν και η νέα ανάγνωση της ιστορίας με στόχο την κατανόηση και τη «θεραπεία του προβλήματος» παρήγαγε τα τελευταία χρόνια ένα ιδιόλεκτο νοσηρότητας με άγνωστες έως μέχρι σήμερα παθήσεις: «τις παθογένειες της Μεταπολίτευσης», «την κουλτούρα της Μεταπολίτευσης», «τη διαφθορά», «τη γενιά του Πολυτεχνείου», «τους βολεμένους του δημόσιου τομέα», «τις πελατειακές σχέσεις», «τη συντεχνιακή οργάνωση του κράτους και της οικονομίας», «το λαϊκισμό», «τα φαινόμενα βίας και ανομίας», «τη δημοσιονομική εκτροπή», κ.α. Όλες αυτές οι νέες νοηματοδοτήσεις που κατακλύζουν το δημόσιο λόγο ως εύκολες και αβίαστες διαγνώσεις ενός προβλήματος - ιδιότυπα ελληνικού κατά τη συλλογιστική αυτή- και που όλοι λίγο πολύ γνωρίζαμε αλλά δεν κάναμε τίποτα για να το λύσουμε, συσκοτίζουν συστηματικά την κατά τα άλλα αναγκαία διαδικασία αναστοχασμού και αυτογνωσίας. Μια διαδικασία που αναγκαίο είναι να ανοίγεται από τη σύγχρονη ιστορική έρευνα. Αυτές οι αφοριστικές διαπιστώσεις, εκτός των άλλων προσεγγίζουν μια περίοδο τοποθετημένη σε ένα διαφορετικό και διακριτό ιστορικό πλαίσιο με αναχρονισμούς και μεταφορές του παρόντος στο παρελθόν. Παρά ταύτα, αναδεικνύουν αθέλητα, μια επιμέρους αλλά βασική συλλογική αντίληψη για την περίοδο που ακολουθεί την πτώση της δικτατορίας: τη μακρά διάρκεια της Μεταπολίτευσης στο συλλογικό μνημονικό. Η Μεταπολίτευση αναδεικνύεται έτσι σε έναν «χρονότοπο», σε ένα ιστορικό πλαίσιο μακράς διάρκειας όπως εύστοχα παρατηρούν οι Μάνος Αυγερίδης, Έφη Γαζή και Κωστής Κορνέτης (1) . Τι ήταν όμως τελικά η Μεταπολίτευση; Και γιατί πρέπει σήμερα να εξαλειφθεί από τη συλλογική μνήμη και να αντικατασταθεί από μια καινούρια;
Αναμφίβολα το 1974 αποτελεί έτος-σταθμό για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία σηματοδοτώντας την είσοδο της Ελλάδας σε μια σταθερή κοινοβουλευτική δημοκρατία –την Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία– ύστερα από την πτώση μιας επταετούς Δικτατορίας, με καταστροφικά αποτελέσματα εντός της χώρας και με τραγικό κύκνειο άσμα της την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Περαιτέρω, το 1974 υπήρξε η χρονική στιγμή όπου το μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής μετεμφυλιακής ιστορίας έβαινε οριστικά προς το κλείσιμό του. Η ελληνική κοινωνική και πολιτική ζωή σταδιακά απαλλάχθηκαν από το θολό και ταραγμένο περιβάλλον του μετεμφυλιακού κράτους, μέσω της ταχείας εγκαθίδρυσης ομαλών κοινοβουλευτικών θεσμών, τον πολιτειακό εκδημοκρατισμό μέσω της κατάργησης του θεσμού της βασιλείας και με την άρση των πολιτικών διώξεων μέσω της νομιμοποίησης του ΚΚΕ και άλλων μέτρων. Ωστόσο αν το 1974 είναι το σημείο έναρξης σε όλες τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις για την εποχή αυτή, από τα ποικίλα επιστημονικά πεδία (ιστορία, πολιτική επιστήμη κλπ), το συμβατικό έστω τέλος της περιόδου –όταν οι πειθαρχίες αυτές αποδέχονται ότι υπάρχει– είναι κάτι ρευστό. Αναμφίβολα το 1974 αποτελεί έτος-σταθμό για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία σηματοδοτώντας την είσοδο της Ελλάδας σε μια σταθερή κοινοβουλευτική δημοκρατία –την Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία– ύστερα από την πτώση μιας επταετούς Δικτατορίας, με καταστροφικά αποτελέσματα εντός της χώρας και με τραγικό κύκνειο άσμα της την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Περαιτέρω, το 1974 υπήρξε η χρονική στιγμή όπου το μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής μετεμφυλιακής ιστορίας έβαινε οριστικά προς το κλείσιμό του. Η ελληνική κοινωνική και πολιτική ζωή σταδιακά απαλλάχθηκαν από το θολό και ταραγμένο περιβάλλον του μετεμφυλιακού κράτους, μέσω της ταχείας εγκαθίδρυσης ομαλών κοινοβουλευτικών θεσμών, τον πολιτειακό εκδημοκρατισμό μέσω της κατάργησης του θεσμού της βασιλείας και με την άρση των πολιτικών διώξεων μέσω της νομιμοποίησης του ΚΚΕ και άλλων μέτρων. Ωστόσο αν το 1974 είναι το σημείο έναρξης σε όλες τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις για την εποχή αυτή, από τα ποικίλα επιστημονικά πεδία (ιστορία, πολιτική επιστήμη κλπ), το συμβατικό έστω τέλος της περιόδου –όταν οι πειθαρχίες αυτές αποδέχονται ότι υπάρχει– είναι κάτι ρευστό.
Η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ιδιαιτερότητα όσον αφορά τον ίδιο τον όρο που επιλέχθηκε, εκ των υστέρων (2) , για να περιγράψει τη διαδικασία μετάβασης στη δημοκρατία –Μεταπολίτευση. Η αμφισημία του όρου αυτού γεννά αρκετά μεθοδολογικά προβλήματα. Οι λέξεις έχουν τις δικές τους συνδηλώσεις και τη δική τους πολιτική ιστορία. Αρχικά στην Ελλάδα, χρησιμοποιήθηκε ο όρος «αποκατάσταση της δημοκρατίας» (3) , με στόχο αφενός την αναπαράσταση της Δικτατορίας ως μιας σύντομης αυταρχικής παρένθεσης και αφετέρου τη δημοκρατική νομιμοποίηση του πρωταγωνιστικού ρόλου του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ως γέφυρας μεταξύ του πρότερου δημοκρατικού καθεστώτος και του νέου. Όπως σημειώνει ο Η. Νικολακόπουλος, «στον επίσημο πολιτικό λόγο, αυτό που γιορτάζεται στις 24 Ιουλίου δεν είναι η αρχή ενός νέου δημοκρατικού καθεστώτος αλλά η αποκατάσταση της δημοκρατίας». Τελικά, ωστόσο, επικράτησε ο όρος Μεταπολίτευση ως πιο δόκιμος.
Σε αντίθεση, λοιπόν, με τις υπόλοιπες χώρες του «τρίτου κύματος εκδημοκρατισμού» – την Ισπανία και την Πορτογαλία – οι οποίες έζησαν αντίστοιχες διαδικασίες μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία, στην Ελλάδα επελέγη ο στιγμιαίος όρος Μεταπολίτευση και όχι ο διαρκής Μετάβαση (4) . Ο όρος Μετάβαση αναφέρεται σε μια πολιτειακή μεταβολή, στη διάρρηξη του παλαιού και την εγκαθίδρυση ενός νέου πολιτεύματος, αλλά και στην απαιτούμενη διάρκεια για έναν τέτοιο συνολικό μετασχηματισμό. Τουναντίον, ο όρος Μεταπολίτευση υποδηλώνει τη στιγμιαία και οιονεί αυτόματη επαναφορά στη προδικτατορική δημοκρατική νομιμότητα αλλά και την επιτευχθείσα μεταβολή ως προς το προηγούμενο προδικτατορικό καθεστώς.
Το τέλος της Μεταπολίτευσης εν στενή εννοία, το τέλος δηλαδή της πολιτειακής μεταβολής τοποθετείται χρονικά στο 1975, με τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, τη διενέργεια του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα, τις πρώτες ελεύθερες εκλογές και την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το τέλος όμως της Μεταπολίτευσης, ως μεταβατικής περιόδου που θα οδηγούσε στην εδραίωση της δημοκρατίας, θα μπορούσε υπό ένα πρίσμα να θεωρηθεί ότι επέρχεται το 1981 με την έμπρακτη επιβεβαίωση της απρόσκοπτης εναλλαγής των πολιτικών κομμάτων στην εξουσία και την απομάκρυνση πια του κινδύνου εκτροπής. Ο ιστορικός συμβιβασμός του 1989 αποτελεί έναν ακόμη σταθμό στο μικρό αυτό επικήδειο χρονικό. Αν το κομματικό σύστημα της δεκαετίας του ’80 αντανακλούσε τις διαιρετικές τομές της προδικτατορικής Ελλάδας της δεκαετίας του ’40 και του ’60, η συγκυβέρνηση Δεξιάς-Αριστεράς και η «άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου», οδήγησε στη θεσμική και πολιτική υπέρβαση των κληρονομημένων διαιρέσεων. Σε κάθε περίπτωση, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και έπειτα θα ήταν αρκετά παράταιρο να μιλάμε για Μεταπολίτευση, καθώς η διαδικασία πολιτειακής μεταβολής και η εδραίωση ενός δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος δεν θα μπορούσε να συνεχίζεται αέναα στο χρόνο. Περαιτέρω, στην ίδια δεκαετία πέρα από το πεδίο της εσωτερικής πολιτικής και σε επίπεδο διεθνών και διακρατικών σχέσεων, η Ελλάδα διανύει ήδη τη δεύτερη δεκαετία ενεργής συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας έτσι σε θεσμικό τουλάχιστον επίπεδο ενσωματώσει πολλά από τα ποιοτικά αυτά χαρακτηριστικά.
Η Μεταπολίτευση είναι μεν η περίοδος που άνθισε το πελατειακό κράτος, η πολιτική διαφθορά, η κοινωνική επανάπαυση, οι μεγαλόστομες διακηρύξεις και οι φρούδες προσδοκίες, η συλλογική αποστράτευση και η στροφή προς τον ατομικισμό προϊόντος το χρόνου, αλλά είναι συνάμα μια ιστορία δημοκρατικών και κοινωνικών διεκδικήσεων και πολιτικής συμμετοχής, με μια συλλογική μάλιστα αίσθηση ότι εφαρμόζονται ιστορικές μεταβολές στον καθημερινό βίο. Αποστραγγίζοντας λοιπόν τη μία από τις δύο παραμέτρους η εικόνα που προκύπτει είναι ελλειμματική. Όπως έχει καταδειχθεί από τα πρώτα ευρήματα σχετικών ερευνών, η Μεταπολίτευση επέδρασε καταλυτικά στο σύγχρονο χαρακτήρα του κράτους και της ελληνικής κοινωνίας, αποτελώντας τη μεγαλύτερη σε διάρκεια περίοδο πολιτικής και κοινοβουλευτικής σταθερότητας αλλά και μεγέθυνσης των οικονομικών δεδομένων της χώρας. Η σταθερότητα αυτή σε συνδυασμό με την έντονη πολιτικοποίηση ιδίως των ετών 1974-1989 και την πρωτοφανή άνθηση των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, των εργατικών και των φοιτητικών κινητοποιήσεων επέτρεψε μια γενικευμένη παραγωγή και κίνηση των ιδεών σε ευρύτατα τμήματα της κοινωνίας φέρνοντας στο προσκήνιο νέες και άγνωστες έως τότε κοινωνικές ομάδες. Ειδικά στα πρώτα χρόνια οι ομάδες αυτές εκφράστηκαν πληθυντικά δεδομένου του πλαισίου ελευθερίας και άρσης των παραγόντων καταπίεσης που ίσχυαν επί δικτατορίας. Το φεμινιστικό κίνημα, οι οικολογικές ομάδες και πρωτοβουλίες, οι ομάδες για την προάσπιση της σεξουαλικής απελευθέρωσης και οι αρνητές στράτευσης είναι μερικές μόνο περιπτώσεις κοινωνικών ομάδων διεκδίκησης που ήρθαν στο προσκήνιο κατά την εποχή αυτή.
Το εκδοτικό και αρχειακό αποτύπωμα της εποχής είναι πληθωρικό και ετερογενές. Όλη αυτή η συσσωρευμένη ανάγκη για έκφραση εκδηλώθηκε ως αθρόα παραγωγή εντύπων, περιοδικών, φυλλαδίων, αφισών κλπ. Στη διάδοσή του υλικού αυτού η συμβολή των νέων τεχνολογιών υπήρξε καθοριστική, επιτρέποντας τη μαζικοποίηση της παραγωγής αλλά και την εικαστική αναβάθμιση του τελικού προϊόντος, όπως ιδιαίτερα στην περίπτωση της αφίσας. Ο πλούτος αυτού του υλικού αν και έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη δεν έχει λάβει τη θέση που αρμόζει στη σύγχρονη αρχειακή πραγματικότητα. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι αποτελεί κοινό βίωμα και ανάμνηση των σύγχρονων Ελλήνων η εικόνα των εκτεταμένων αφισοκολλήσεων κατά τις προεκλογικές περιόδους, τα πλαστικά σημαιάκια και οι μαζικές πολιτικές συγκεντρώσεις στις πλατείες, εντούτοις τα αρχειακά αυτά ντοκουμέντα δεν υπάρχουν σε σημαντικό βαθμό συγκεντρωμένα, τεκμηριωμένα και ελεύθερα διαθέσιμα για την έρευνα. Τα τεκμήρια αυτά εξαιτίας του εφήμερου χαρακτήρα τους σπανίως αντιμετωπίστηκαν ως δυνάμει ιστορικά ντοκουμέντα για την εποχή εμποδίζοντας έτσι σε κάποιο βαθμό την εκπόνηση σχετικών μελετών.
Το παρόν έργο επιχειρεί να ανασυνθέσει με διαφορετικούς τρόπους μια μεγάλη και κυρίως πολύ πυκνή σε συμβάντα περίοδο, αυτή των ετών 1974 -1989. Για το λόγο αυτό η ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του έργου αρθρώνεται σε 7 γενικές θεματικές ενότητες. Κάθε μία από αυτές εσωτερικά δομείται στα εξής τρία πεδία: ερμηνευτικό κείμενο – εργαλεία έρευνας – συναφές αρχειακό υλικό. Έτσι, δημιουργούνται διαφορετικά επίπεδα πληροφορίας για τον μη ειδικό και τον ερευνητή της περιόδου διευρύνοντας έτσι το κοινό απεύθυνσης της ιστοσελίδας. Εξυπακούεται ότι καθεμία από τις 7 θεματικές ενότητες δεν είναι εξαντλητική ως προς τα ζητήματα που παρουσιάζει τόσο σε επίπεδο κειμένων όσο και σε επίπεδο αρχειακού υλικού, αλλά προσπαθεί να χαρτογραφήσει την εποχή. Ειδικώς για την καταγραφή και παρουσίαση του αρχειακού υλικού δημιουργήθηκε ένα διακριτικό αποθετήριο (βλ. στο μενού «Αρχειακό υλικό») το οποίο παρέχει πολλαπλές δυνατότητες αναζήτησης τεκμηρίων. Το υλικό το οποίο τροφοδότησε το αποθετήριο προέρχεται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από τις συλλογές των ΑΣΚΙ.
Περαιτέρω επιδίωξη της ιστοσελίδας είναι να ισορροπήσει μεταξύ βάθους πληροφορίας και τεκμηρίωσης από τη μία και χρηστικότητας από την άλλη, εγχείρημα καταστατικά περίπλοκο και δύσκολο. Σε μια προσπάθεια να οπτικοποιήσει καλύτερα τα δεδομένα της πρωτογενούς έρευνας, συμβαδίζοντας έτσι με τις σύγχρονες ανάγκες του Internet, αξιοποίησε σύγχρονες και καθιερωμένες ψηφιακές εφαρμογές όπως οι διαδραστικοί χάρτες, τα χρονολόγια και η αποτύπωση αριθμητικών δεδομένων και αποτελεσμάτων με τη μέθοδο infographics.
Στην ίδια κατεύθυνση διευρυμένης απεύθυνσης και χρήσης ενσωματώνει σε διακριτό χώρο υλικό για συμπληρωματική εκπαιδευτική χρήση από καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Τέλος, στο πλαίσιο του έργου διενεργήθηκαν 17 συνεντεύξεις με δομημένο ερωτηματολόγιο γενικών και εξατομικευμένων ερωτήσεων. Οι συνεντεύξεις διενεργήθηκαν είτε στα ΑΣΚΙ είτε στους χώρους των εμφανιζόμενων προσώπων, βιντεοσκοπήθηκαν και αναρτήθηκαν στην ενότητα «Συνεντεύξεις» αφού υπέστησαν τεχνική επεξεργασία (π.χ. αποθορυβοποίηση, βελτίωση εικόνας) και μοντάζ (αφαίρεση κενού χρόνου, μεγάλων παύσεων, μη συναφών με το αντικείμενο του προγράμματος αφηγήσεων), με γνώμονα σε κάθε περίπτωση τη μικρότερη δυνατή αφαίρεση υλικού από το αρχικό βίντεο. Οι συνεντεύξεις προκρίθηκαν ως αναγκαίο εργαλείο αφενός για την αποτύπωση του βιωματικού στοιχείου, αφετέρου για την ανάδειξη της ατομικής πρόσληψης των ιστορικών τομών και αλλαγών όπως αυτές της περιόδου 1974 -1989.
Στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, οι διακηρύξεις για την αναγκαιότητα ενός ακόμη τέλους της Μεταπολίτευσης δεν σταματούν να κατακλύζουν το δημόσιο λόγο. Το τέλος όμως αυτό, δεν αναφέρεται στη μετάβαση στη δημοκρατική ομαλότητα η οποία έχει συντελεστεί εδώ και καιρό, αλλά στην τρίτη από τις προαναφερθείσες σημασίες του όρου, σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «Μεταπολίτευση εν ευρεία εννοία», νοούμενη ως μια ιστορική περίοδος με συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά γνωρίσματα. Τα τελευταία, στις δημόσιες συζητήσεις συχνά ανάγονται ως μια κακή ή και κακόγουστη παρένθεση σε ένα αισθητικό συνεχές ειδικά όταν η συζήτηση αφορά τη δεκαετία του 1980.
Στάθης Παυλόπουλος – Μάγδα Φυτιλή
(1) Μ. Αυγερίδης, Ε. Γαζή, Κ.Κορνέτης (επιμ-εισ), Μεταπολίτευση. Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων, Θεμέλιο: Αθήνα, 2015, σ. 17.
(2) Σύμφωνα με τον Λ. Καλλιβρετάκη, η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε η λέξη Μεταπολίτευση σε πολιτικό κείμενο για να δηλώσει την πολιτειακή μεταβολή ήταν στα τέλη Σεπτεμβρίου 1974 από το ΚΚΕ. Αρχικά, βέβαια, είχε αρνητικό-υποτιμητικό πρόσημο, διότι μόλις ένα χρόνο νωρίτερα ο Γ. Παπαδόπουλος την είχε χρησιμοποιήσει για να προσδιορίσει την κατάργηση της βασιλείας και την «προεδροποίησή» του. Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο όρος σήμαινε τη στιγμή της Μεταπολίτευσης, δηλαδή, την παράδοση της εξουσίας από τη Χούντα στον Καραμανλή. Από το 1989 και εφεξής, η χρονολογική διαστολή της έννοιας Μεταπολίτευση συσχετίζεται με τον ισχυρισμό πως έφτασε στο τέλος της. Βλέπε Λ. Καλλιβρετάκης, Δικτατορία και Μεταπολίτευση, Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 201-222.
(3) Η. Νικολακόπουλος, «21η Απριλίου: Η κληρονομιά της χούντας, επιβιώσεις, αναβιώσεις και νέες μορφές αυταρχισμού σήμερα», Ενθέματα, Αυγή: 21-04-2013.
(4) Γ. Βούλγαρης, Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης 1974-1990, Αθήνα: Θεμέλιο, 2008.
Επιστημονική επιτροπή έργου
Ηλίας Νικολακόπουλος (1947-2022)
Ο Ηλίας Νικολακόπουλος ήταν πολιτικός επιστήμονας και ομότιμος καθηγητής εκλογικής κοινωνιολογίας στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ. Επί σειρά ετών και έως τον θάνατό του τον Ιούνιο του 2022 διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ). Το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο είναι ογκωδέστατο, με μια ευρεία γκάμα πεδίων ενδιαφέροντος όπως η πολιτική κοινωνιολογία και η Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία. Το βιβλίο του Η Καχεκτική Δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές 1946-1967, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, αποτελεί έργο αναφοράς για την ιστορία και την πολιτική συμπεριφορά της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας
Βαγγέλης Καραμανωλάκης
Ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της ιστοριογραφίας στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ. Είναι πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και πρόεδρος του Ιστορικού Αρχείου του ΕΚΠΑ. Το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο εστιάζει στην ιστοριογραφία, σε θεματικές της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και στην ιστορία των θεσμών. Το βιβλίο του Ανεπιθύμητο παρελθόν. Οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων στον 20ό αι. και η καταστροφή τους, Θεμέλιο, Αθήνα 2019, έλαβε βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών
Κωστής Καρπόζηλος
Ο Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνικής Ιστορίας του 20ου αιώνα στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Κατά την περίοδο 2016-2023 διετέλεσε διευθυντής των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) ενώ είναι μέλος του διοικητικού τους συμβουλίου. Το τελευταίο του βιβλίο Ελληνικός κομμουνισμός. Μια διεθνική ιστορία, 1912-1974, Αντίποδες, Αθήνα 2024, έλαβε το βραβείο Μαρτυρίας-Βιογραφίας-Χρονικού-Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας στο πλαίσιο του θεσμού Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία 2025
Δήμητρα Λαμπροπούλου
Η Δήμητρα Λαμπροπούλου είναι Επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), του περιοδικού Historein/Ιστορείν, του European Labour History Network (ELHN) και του ελληνικού Δικτύου για την Ιστορία της Εργασίας. Το ερευνητικό και συγγραφικό της έργο εστιάζει στην κοινωνική και πολιτισμική ιστορία, την προφορική ιστορία, την ιστορία της εργασίας, και την ιστορία του φύλου
Σχεδιασμός έργου, επιστημονική επίβλεψη, συντονισμός
Στάθης Παυλόπουλος
Ο Στάθης Παυλόπουλος είναι συντονιστής προγραμματισμού και επιστημονικών δράσεων των ΑΣΚΙ και Επίκουρος καθηγητής Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Τμήμα Ιστορίας και Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στις Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες με έμφαση στην Ψηφιακή Ιστορία, την ιστορία των ιδεών καθώς και την Νεότερη και Σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Έχει συμμετάσχει σε σειρά ερευνητικών προγραμμάτων ενώ μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, ιστοσελίδες έργων και συλλογικούς τόμους
Συνεργάτες έργου
A΄ Φάση 2016-2018
Θανάσης Γάλλος, επιστημονικός συνεργάτης ΑΣΚΙ / επιλογή, οργάνωση και ψηφιοποίηση αρχειακών πηγών
Ο Θανάσης Γάλλος είναι διδάκτορας Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν θέματα ευρωπαϊκής, γαλλικής και νεοελληνικής ιστορίας. Τη διετία 2017-2019 δίδαξε ευρωπαϊκή ιστορία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), στη θεματική ενότητα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο Η Ιστορία της Τρομοκρατίας. Το Έτος V της Γαλλικής Επανάστασης (1793-1794), Κέδρος, Αθήνα 2025
Γιάννης Παπακονδύλης, επιστημονικός συνεργάτης ΑΣΚΙ / τεκμηρίωση αρχειακών πηγών, επεξεργασία εκλογικών δεδομένων και συγκρότηση χρονολογίων
Ο Γιάννης Παπακονδύλης είναι ιστορικός. Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, από όπου έλαβε την διδακτορική του διατριβή. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην ιστορία των θεσμών, στην τοπική ιστορία και στις μνημονικές σπουδές. Έχει εργαστεί ως επιστημονικός συνεργάτης σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα, ενώ άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους, καθώς και σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά
Χρήστος Τριανταφύλλου, επιστημονικός συνεργάτης ΑΣΚΙ / τεκμηρίωση αρχειακών πηγών, επεξεργασία εκλογικών δεδομένων, επιμέλεια κειμένων και συγκρότηση βιβλιογραφίας
Ο Χρήστος Τριανταφύλλου είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ. Έχει διδάξει στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και στο ΕΚΠΑ, ενώ έχει συνεργαστεί ως ερευνητής με το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα αφορούν την πολιτική, πολιτισμική και διανοητική ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα, την ιστορία της ιστοριογραφίας, τη δημόσια ιστορία και τις σπουδές μνήμης. Προσφάτως κυκλοφόρησε η μονογραφία του με τίτλο Η δεύτερη ζωή του Ελευθέριου Βενιζέλου: Οικοδομώντας έναν εθνάρχη (1936-1967), Θεμέλιο, Αθήνα 2025
Μάγδα Φυτιλή, Επιστημονική Συνεργάτις ΑΣΚΙ / τεκμηρίωση αρχειακών πηγών, συγκρότηση χρονολογίων, προετοιμασία και διενέργεια συνεντεύξεων
Η Μάγδα Φυτιλή είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια Ramón y Cajal στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης και μέλος ΣΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Έχει διευθύνει τα έργα PORE και TRANSMEAS. Έχει επίσης συμμετάσχει ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια σε 13 εθνικά και ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα Horizon 2020 REPAST και SO-CLOSE, το CERV Women in Resistance (WIRE) και το ERC MUTE.
Ξενοφώντας Βαρδαρός / σκηνοθεσία, εικονοληψία–μοντάζ και τεχνική επεξεργασία συνεντεύξεων
Ο Ξενοφώντας Βαρδαρός είναι σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής. Πραγματοποίησε σπουδές κινηματογράφου στην Αγγλία ενώ έχει πολύχρονη εμπειρία σε ελληνικές και ξένες παραγωγές, με εξειδίκευση στη διεύθυνση φωτογραφίας και την εικονοληψία. Μεγάλο μέρος του καλλιτεχνικού του έργου αφορά το ιστορικό ντοκιμαντέρ καθώς και την καταγραφή και κινηματογράφηση μαρτυριών για ποικίλες πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με έμφαση στην δεκαετία του 1940. Το ντοκιμαντέρ «Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών» που σκηνοθέτησε από κοινού με τον Γιάννη Ξύδα προβλήθηκε σε ελληνικούς κινηματογράφους και σε διεθνείς διοργανώσεις
Δημήτρης Τσαλκάνης / Σχεδιασμός εκπαιδευτικού υλικού και φωτογράφηση αρχειακού υλικού
Ο Δημήτρης Τσαλκάνης είναι μοντέρ-vfx artist, φωτογράφος, 3d artist. Έχει διδάξει ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Τμήμα Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Τεχνών του ΤΕΙ Αθήνας και διδάσκει στο Κοινό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες» του ΕΚΠΑ. Τα βασικά πεδία ενδιαφέροντος του περιλαμβάνουν την παραγωγή-μεταπαραγωγή σε κινηματογράφο τηλεόραση (μοντάζ, οπτικά εφέ, χρωματισμός, 2D και 3D animation κτλ), φωτογραφία επαγγελματική και καλλιτεχνική, ιστορία-αρχαιολογία (Digital Heritage, 3D αναπαραστάσεις)
Σε επιμέρους ενότητες του έργου συνεργάστηκαν οι:
Ιωάννα Βόγλη, συνεργάτις ΑΣΚΙ / Ενότητα Εργασία
Η Ιωάννα Βόγλη είναι συνεργάτις των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), υπεύθυνη του Ψηφιακού Αποθετηρίου και των ψηφιακών εφαρμογών. Παράλληλα, είναι υπεύθυνη γραμματειακής υποστήριξης και διαχείρισης της εταιρικής επικοινωνίας (ιστοσελίδα & social media της εταιρείας). Από το 2016 έχει αναλάβει την οργάνωση παραγωγής της εβδομαδιαίας ραδιοφωνικής εκπομπής των ΑΣΚΙ “Η Ιστορία στο Κόκκινο”, η οποία μεταδίδεται από τον ραδιοφωνικό σταθμό 105,5 Στο Κόκκινο
Πολίνα Ιορδανίδου, Υπεύθυνη Βιβλιοθήκης ΑΣΚΙ / Βιβλιογραφία
Η Πολίνα Ιορδανίδου είναι βιβλιοθηκονόμος, υπεύθυνη της βιβλιοθήκης των ΑΣΚΙ. Είναι απόφοιτη της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας, Τμήμα Βιβλιοθηκονομίας, ενώ έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα με αρμοδιότητες την καταλογογράφηση, ταξινόμηση και δημιουργία καταλόγων καθώς και αποδελτιώσεις και χαρακτηρισμό εγγράφων. Συμμετείχε στην έκδοση του συλλογικού έργου Η Νεολαία Λαμπράκη τη δεκαετία του 1960. Αρχειακές τεκμηριώσεις και αυτοβιογραφικές καταθέσεις, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών-ΕΙΕ, Αθήνα 2008
Άντα Κάπολα, Υπεύθυνη Αρχειακών Συλλογών ΑΣΚΙ / Αρχειακές πηγές - Ενότητα Πολιτισμός
Η Άντα Κάπολα αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Συμμετείχε σε ερευνητικά προγράμματα των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας (ΙΑΕΝ) και του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ). Επιμελήθηκε την έκδοση του τόμου Μπάμπης Δρακόπουλος, Ένα Δημοκρατικός ηγέτης της αριστεράς, Θεμέλιο, Αθήνα 2020
Αγγελική Χριστοδούλου, επιστημονική συνεργάτις ΑΣΚΙ / Ενότητα Πολιτισμός
Η Αγγελική Χριστοδούλου είναι διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην κοινωνική και πολιτισμική ιστορία του 20ού αιώνα με έμφαση στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς, της ανώτατης εκπαίδευσης και του Μεσοπόλεμου, θέματα τα οποία έχει μελετήσει και στο πλαίσιο ερευνητικών προγραμμάτων των ΑΣΚΙ, του ΕΚΠΑ και του ΕΙΕ. Είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού Αρχειοτάξιο. Συνεργάζεται με τα ΑΣΚΙ από το 2001 και ασχολείται με την ταξινόμηση αρχείων και τη διοργάνωση επιστημονικών εκδηλώσεων
Μαρία Λεγγέτση – Αλέξανδρος Μακρής: Αποδελτίωση-καταγραφή αποτελεσμάτων φοιτητικών εκλογών
Β΄ Φάση 2024-2025
Ιωάννα Βόγλη (βλ. Α΄φάση έργου) / Τεκμηρίωση – εμπλουτισμός αρχειακών πηγών
Γιώργος Νούσης / Τεκμηρίωση – εμπλουτισμός αρχειακών πηγών
Ο Γιώργος Νούσης είναι υποψήφιος διδάκτορας Ευρωπαϊκής Ιστορίας του ΕΚΠΑ. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στο ίδιο πανεπιστημιακό ίδρυμα ενώ στο πλαίσιο εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής μετέβη για αρχειακή έρευνα στο Παρίσι (Paris 1 Panthéon-Sorbonne, BNF). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην πολιτική, διανοητική και πολιτισμική ιστορία της Γαλλίας στον 20ο αιώνα, τις μεταποικιακές σπουδές, τις σπουδές μνήμης, τη μεταβατική δικαιοσύνη και τη δημόσια ιστορία
Ευχαριστίες
Θερμές ευχαριστίες για τη συμβολή τους στο έργο οφείλονται στους: Κώστα Θεοδωρόπουλο, Αργυρώ Καραβίνου, Πέτρο Καραθάνο, Χρυσέλλα Λαγαρία, Νίκο Παναγιωτόπουλο, Πηνελόπη Πετσίνη και Σπύρο Σκορδίλη.
Χρηματοδότηση
Α΄ Φάση: Το έργο «Δημιουργία ιστοσελίδας για την ιστορία της Μεταπολίτευσης 1974-1989» υλοποιήθηκε την περίοδο Ιουλίου 2016 – Ιουλίου 2017 από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) με δωρεά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ)
Β΄ Φάση: Το έργο «Ψηφιακή αναβάθμιση και εμπλουτισμός περιεχομένου του ψηφιακού προγράμματος “Μεταπολίτευση 1974-1989” metapolitefsi.com των ΑΣΚΙ» επιχορηγήθηκε από την Γενική Γραμματεία Σύγχρονου Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού στο πλαίσιο της Δράσης Δημιουργική Ελλάδα 2024 / Ψηφιακός Πολιτισμός
